- προπταίω
- προ-πταίω, vorher anstoßen, ein Unglück haben u. fallen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προπταίω — Α υποπίπτω σε σφάλμα ή σε αμαρτία προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πταίω «αμαρτάνω»] … Dictionary of Greek